Παρασκευή, 17 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ - ΠΡΟΦΗΤΙΚΟΣ

Βασιλεύσουν µετά ταύτα αναιδείς και άγνωστοί τε,
άνδρες τοίνυν και γυναίκες
µιαροί και βέβηλοί τε...
Κι απέκει έρχεται τ' αρκούδιν
ν
' ανασπάση τα παλούκια,

και τον φράκτην να τον κάψη
,
και τον τράφον ν
' αφανίση...
Και πάλιν έξεις
, Επτάλοφε, το κράτος.
     ΧΡΗΣΜΟΣ ΛΕΟΝΤΟΣ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ

Από το µάτι του ανάβρυσε η ζωή µιας
σκέψης πάντα νέας που τρυπάει κατάβαθα
τα Τωρινά, τα Περασµένα, τ' Αύριανά.
    SHELLEY (Ελλάδα)

Ο Προφήτης που κοιτάζει
µε τα µάτια του Οραµά του
κι ο Προφήτης που κηρύττει
µε του Αύριο το στόµα,
κι από ποιά πνοή δεν ξέρω
τραβηµένος, πνοή κι εκείνος,
παρατώντας τα δικά του,
τους αϊτούς και τα λιοντάρια,
και τ' απόκρυφα βιβλία,
πήγε κάτου απ' τη µονιά του
κι ήρθε µέσα στους ανθρώπους,
µες στον Τσίρκο τον απέραντο
το µαρµαροστυλωµένο.
Και νά ο Τσίρκος περιµένει
να γιορτάει το γιορτάσι
που γιορτάζει µε το Μάη,
και ξεχείλισε και βουΐζει
µέσα του της Παναγίας
και της αµαρτίας η Πόλη.
Κι ο Προφήτης µες στον Τσίρκο
χτίσµατα και θάµατα είδε,
τέρατα είδε γεννηµένα
µάσ' απ' τα φιλιά των άδειων
και των παραστρατισµένων.
Κι είδε τα είδωλα πανώρια
βάρβαρα κι από τους τόπους
κι απ' τους χρόνους κουρσεµένα.
Και γιοµίζουνε τα πλάτια,
και ξαφνίζουνε τα ύψη
στύλοι, πύργοι, θεοί κι ανθρώποι,
χίλιες µύριες ζωές, που ζούνε
και χαλκές και µαρµαρένιες
και στου ελέφαντα τη χάρη
και στ' ολάκριβο χρυσάφι
και σε κάθε τι που λάµπει
και σκληρό είναι και κρατιέται
ξένο, ασάλευτο, και που είναι
σοφία κι αίνιγµα και τέχνη.

Κι είδε πλούσιο αρχοντολόι
και βαρύ και φαντασµένο
και σαν αλυσοδεµένο
και σοφά βαλτό σε τάξη
γύρω γύρω στο ρηγάρχη
στο θεοδώρητο δεσπότη.
Και µε τ' άσπρα τα σαγιά είδε
και µε τα χρυσά βραχιόλια
και πορφυροβουτηµένους
µάγιστρους και λογοθέτες
και του Παλατιού τους πρώτους.
Και τους χρυσαρµατωµένους
τους κουβικουλάριους είδε,
και ζωστές και ρηγοπούλες,
και σαν άστρα απαλοφέγγαν.
Και τους µαγγλαβίτες είδε
γαύρους µε τ' απελατίκια.
Και σε µια γωνιά αλλού πέρα,
και σαν παραπεταµένους
είδε µια φουχτιά λεβέντες
να πλευρώνουν πεζεµένοι
τ' αστροµέτωπα άλογά τους,
και στα βένετα κοντάρια
ν' ακουµπάν αφαιρεµένα
τα γιγάντικα κορµιά τους.
Και ήταν οι Ακρίτες, και ήταν
σκόρπιοι και παρατηµένοι,
τρίψαλα κι αποµεινάρια,
τα στερνά τα παλληκάρια.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και δεν είδε να προβάλει,
µέσ' από το Τριµπουνάλι
τ' αεροκρέµαστο, την όψη
τη λειτουργική του ο Ρήγας.
Και τον είδεµε τους µίµους,
και τον είδεµε τους νάνους,
µε του τσίρκου τους παλιάτσους,
µε του τσίρκου τις καρούχες,
µε του τσίρκου τους ηρώους.
Ταίρι και όλων είν' ο Ρήγας,
όλων είναι σταυραδέρφι,
κι αγωνίζεται µαζί τους,
µεθοκόπος, χαροκόπος,
µες στον Τσίρκο τον απέραντο
που γιορτάζει το µεγάλο
τοµαγιάτικο γιορτάσι.
Και τον είδε απάνου στο άρµα
µε του Βένετου το ντύµα
µε του Πράσινου το χρώµα
κι ορθός κι έτοιµος να στέκει
για το τρέξιµο, αφρισµένος.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και τους Πράσινους τους είδε
και τους Βένετους τους είδε,
και είδε το σκυλί που ξέρει
να υποτάζεται, να γλείφει,
να λυσσάει και να σπαράζει·
το σκυλί το καµωµένο
κι από πίστη κι από δόλο.
Και ξεχειλισµένα τα είδε,
σκαλιά, βάθρα και καµάρες,
θρόνους, δρόµους και σφεντόνες
από τη µπασιά του πλήθους.
Μαυροµάλλινα καµίσια
και µαλλιά κοντοκοµµένα
και στεφάνια βελουδένια
και τριανταφυλλιά γιορντάνια,
και παράξενα τραγούδια
και λουλούδια και µαντήλια,
κι αεροσιένταιµες στα χέρια.
Και πυκνά και λαµπυρίζουν
χεροσκούταρα και λόγχες,
και σαλεύουν και προσµένουν
δήµαρχοι και δήµοι και όχλοι
να χαρούν το πανηγύρι
τ' ανοιξιάτικο το µέγα
µες στον Τσίρκο τον απέραντο.
Κι απ' τα υψώµατα του Τσίρκου
πέρα ολόβαθα καθάρια,
µ' όλα της τα περιγιάλια,
µ' όλα της τ' αραξοβόλια,
µ' όλα της τα γλαυκονήσια
την αγνάντεψε µακριάθε
πρωϊνή, µαγιάτικη, όλη,
κι έξω απ' όλα, απάνω απ' όλα,
και σαν όραµα, τη θεία
θάλασσα, την Αφροδίτη
των γιαλών, την Προποντίδα.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

Και τον Πύργο το φωσφόρο
που βιγλάτορας φυλάει,
κι αγναντεύει, και είν' Ακρίτας
και είν' ολόµπροστα, απ' τα ύψη
του βασιλικού αγιασµένου
Παλατιού, τον είδε ξάφνου
–κι ανατρίχιασε ο Προφήτης–
να φλογίζεται, ν' ανάφτει,
τις φωτιές του όλες ν' ανάφτει,

ν' ανεβαίνουν οι φωτιές του,
να τινάζονται, να τρέµουν,
και στον ήλιο να φαντάζουν,
µαύρες γλώσσες να φαντάζουν·
και είναι γλώσσες που µιλάνε,
και είναι γλώσσες που µηνάνε
πως το πάτησε το χώµα
των Ελλήνων, και πως µπήκε
και τραβάει µπροστά και φτάνει
και την Πόλη φοβερίζει
πάντα οχτρός κι από αιώνες,
ο πιστός του Μωχαµέτη,
του Κυρίου θυµός, η µοίρα
και η κατάρα των Ελλήνων.
Στ' άρµατα! Στ' άρµατα! ο Τούρκος!
Και είδε το µαντατοφόρο
Λογοθέτη του πολέµου
κι άκουσε το µήνυµά του:
«Βασιλιά κι αφέντη!  Ανάψαν
όλοι οι Φάροι οι µηνυτάδες,
απ' του Μυσικού του Ολύµπου
τις κορφές ώς εδώ πέρα
στη Χρυσόπολη αποπάνου
στ' άγιου Αξέντιου µπρος τη ράχη.
Νά κι ο Πύργος ο φωσφόρος
απ' το µέγα το Παλάτι!
Μπήκε οχτρός και µας πατάει.
Καρτερούµε, η προσταγή σου.
Κόφτε τη γιορτή, τον τσίρκο
κλείστε, τ' άρµατα κρεµάστε
τα βασιλικά στην πόρτα
της Χαλκής, σπαθί, σκουτάρι,
και λουρίκι, του πολέµου
δος το µήνυµα, ρηγάρχη!
Στ' άρµατα! Στ' άρµατα! ο Τούρκος

Κι αποκρίθηκε απόκοτα ο ρηγάρχης˙
«Λογοθέτη λούφαξε κιοτή,
τίποτε δε δύνεται να κλείσει
την ορµή µου, τη χαρά µου, τη γιορτή.

Θέλω ως άρχισα το δρόµο να τον τρέξω
πέρα ώς πέρα αρµατηλάτης νικητής˙
τη χρυσή την αλυσίδα ποιός θα κόψει
της ορµής µου, της χαράς µου, της γιορτής;

Μήτε Τούρκος, µήτε δαίµονας θα φτάσει
µήτε πόλεµος, µήδε σεισµός κανείς·
του πολέµου εδώ είν' οι κάµποι, αγωνιστάδες
της ορµής µου, της χαράς µου, της γιορτής.

Σκάφτουν τ' άλογα το χώµα και τ' αµάξια
βογγοτρίζουν ζωντανά˙
και ο λαός µου καρτεράει να στεφανώσει
της γιορτής µου την ορµή και τη χαρά.

Του πολέµου τις φωτιές σβήστε τις όλες,
και συντρίφτε κάθε φάρο ενοχλητή,
και γκρεµίστε όλους τους Πύργους τους φωσφόρους.
Μόνα ορθά, η χαρά κι η ορµή µου και η γιορτή.

Εµπρός τ' άρµατα κι εµπρός οι αρµατοδρόµοι,
κι ετοιµάστε το γλυκόπιοτο κρασί,
κι αλαλάζοντας, λαοί µου, υµνολογείστε
της γιορτής µου τη χαρά και την ορµή


Κι έσβησε η φωτιά η µηνύτρα,
και γκαπ! γκοπ! ρηµάδι ο Πύργος
κι αντιβρόντησε κι ο Τσίρκος
και οι καρούχες ξεκινήσαν,
και µπροστά κι απ' όλους πρώτος
και ροδοστεφανωµένος
ο ρηγάρχης ο µονάρχης
για τη νίκη αρµατοδρόµος.
Και αργοαπλώθη στον αέρα
και τον άκουσε ο Προφήτης
τον πασίχαρο τον ύµνο
κι απ' του Πράσινου το στόµα
κι απ' του Βένετου το στόµα.

ΟΙ ΠΡΑΣΙΝΟΙ ΚΑΙ ΟΙ ΒΕΝΕΤΟΙ
Κοίτα την Άνοιξη και πάλε
όµορφα που ροδοχαράζει!
Χαρά και υγεία κι ευτυχία
του κόσµου φέρνει, αντραγαθίες
θεοδώρητες και νίκες δίνει
του Βασιλιά σου, Ρωµιοσύνη!

Γιοµάτη από τη ζωγραφιά σου
κι η Ανατολή, µεστή και η Δύση,
χάρηκε ο Δούναβης µ' εσένα,
και σε λαχτάρισε και ο Κύδνος˙
κι εγώ µονάχα από τη φήµη
κι από το λόγο σε γνωρίζω.
Μην είσαι αδικητής, και στάσου
για να χορτάσω την ειδή σου
την οµορφιά σου ν' απολάψω.

Καρτέραµε, πια οχτρούς δεν έχεις,
σκλάβοι σου οι βάρβαροι απ' τη Δύση,
κι απ' την Ανατολή τα έθνη.
Στάσου τα πόδια σου να πλύνω,
στάσου να νίψω σου τα χέρια,
στάσου τη σάρκα σου να λούσω.
Κι είναι πανώρια σου τα πόδια,
τα χέρια σου είναι µατωµένα,
κι έπαθε η σάρκα σου για µένα.

Είµαι όµορφη, κι εξουσιάζω
τις χώρες όλες, ωραίος είσαι
κι από τα Κράτη απάνω στέκεις.
Έλα τις δυο τις οµορφιές µας
ταιριάζοντας να τις χαρούµε.
Πόλη δε θά' βρεις από µένα
λαµπρότερη στην Οικουµένη,
άλλο δε θά' βρω στη ζωή µου
ρήγα λαµπρότερο από σένα.
Με βάφτισες τη νέα σου Ρώµη
σε θάλασσες αγαθοσύνης,
σε βρύσες µ' έλουσες τροπαίων,
ρόγες και κούρσα χόρτασές µε,
απάνου απ' το κεφάλι µου όλες
µού ανέβασες εσύ τις νίκες.
Ο Σκύθης σκύβει οµπρός µου, ο Πέρσης
λυγίζεται και προσκυνάµε.

Το σιδεροπουκάµισό σου
και τη στολή της µάχης βγάλ' τα,
ντύσου το φόρεµα που πρέπει
του νικητή, το σκαραµάγκι
το ροδαρό, µε τ' ατλαζένια
τ' ανθόκλαδα και τα διαµάντια.
Ξεκαβαλίκεψε, ήλιε Ρήγα,
ν' αναπαυτεί και τ' άλογό σου,
στην Πόλη σου δος το το φως σου,
σύµµετρα µοίρασε το φως σου,
µην τυφλωθούµε από το φως σου!

*
Κι ο ύµνος ο βενετοπράσινος
πριν καλά να ξεψυχίσει,
ξέσπασε άλλος µαύρος ύµνος,
από τη γωνιά, αλλού πέρα,
καθώς πάει και σπάει το κύµα,
το παιδί της τρικυµίας.
Και δεν ήταν ύµνος, ήταν
µοιρολόι κι ήταν κατάρα·
κι η κατάρα απ' τους Ακρίτες.
Κι ανατρίχιασε ο Προφήτης.

ΟΙ ΑΚΡΙΤΕΣ
Δίχως αυτιά και δίχως µάτια,
κολάκων όχλοι, αλιά σ' εσάς!
Πλάνταξε στόµα που παινεύεις
και πόδι που χοροπηδάς.

Μεθύσι ανάξιο σέρνει τα όλα
στα θέατρα και στα καπηλιά,
την παλλακίδα Πολιτεία,
το γλεντοκόπο Βασιλιά.

Και µπλέκονται µέσα στα γκέµια
του κορωνάτου του αµαξά
και πέφτουν τ' ακριβά και τ' άγια.
Πλακώνει, πλάκωσ' η Αραπιά!

Μας έζωσε ο Καραµανίτης,
του κόσµου ο ξεθεµελιωτής,
και των εθνών ο καταλύτης
και της Ασίας ο νικητής.

Κι οι Ακρίτες µπαίγνια των παλιάτσων,
και ψωριασµένα απορριχτά
τ' αργυροκάµωτα κοντάρια,
τα χρυσοσέλλωτα φαριά.

Του Ακρίτα πύρινα ξεφτέρια,
από τον Ταύρο ώς τα νησιά,
σβήσαν οι Φάροι αράδα αράδα
κι απ' τα στενά κι απ' τα βουνά.

Ένας κοντά απ' τον άλλο σβήσαν,
στρατιώτες, βάρδιες, µηνυτές,
δρακόντοι κράχτες του πολέµου
άγρυπνοι οι φάροι και οι φωτιές.

Κι όλα τα χέρια είναι παρµένα,
κι όλα τα µάτια είναι κλειστά·
στερνή φωτιά άναψε· τη σβήνει
το πρόστασµά σου, βασιλιά!

Κι οι Νικηφόροι αυτοκρατόροι
κι οι Τσιµισκήδες οι γοργοί
και οι κένταυροι Βουργαροφάγοι
καπνοί και σύγνεφα και αφροί.

Και νά! λαγόκαρδοι αφεντάδες
και θηλυκοί και οκνοί και αργοί!
Στον Τσίρκο µέσα οι χαροκόποι,
και στο ναό οι πορνοβοσκοί!

Τον πόλεµο που ξάφνου ανάφτει
ξολοθρευτής και λυτρωτής
πια δε µηνάνε κρεµασµένα
στην πόρτα απάνου της Χαλκής,

πια δεν κρεµιένται σαν και πρώτα
και δε βροντάν αστραφτερά
Σπαθί, Σκουτάρι και Λουρίκι,
τα όπλα τα βασιλικά.

Και στα περίγυρα του Ευφράτη
ωιµέ, στεφάνι της αντρειάς,
ωιµέ της τόλµης το κεφάλι,
το ρόδο της Καππαδοκιάς!

Ο µέγας Διγενής ο Ακρίτας
στα ξέστρωτα, τα σκοτεινά
σφαλίστηκε απ' το Χάρο, πάει
της Ρωµιοσύνης η καρδιά!

Πάει, που τον είχες, Ρωµιοσύνη,
κι απ' τα θρονιά τα ρηγικά
πιο απάνου, απάνου απ' τα παλάτια,
στους βασιλιάδες βασιλιά.

Και πάει κι ο Πύργος του υψωµένος
πέρα στου Ευφράτη τα νερά,
της Ρωµιοσύνης η κορώνα
και η σκέπη και η φεγγοβολιά.

Κάτου τετράγωνος ο Πύργος,
απάνου οχτάγωνος χτιστός,
Πύργος γιοµάτος πολεµιστρες,
Πύργος παράθυρα µεστός.

Κι έβλεπε προς τη Βαβυλώνα
κι αγνάντευε όλη τη Συριά
και είχε κορφή που δεν της λυώνει
φέγγος το χιόνι από µακριά.

Ταύροι και Αντίταυροι µπροστά του
και Λίβανοι γονατιστοί,
µε τα Βαγδάτια τους καλίφες
και µε τα κάστρα τους Ταρσοί.

Κι εµείς οι Ακρίτες σου κι οι Ακρίτες,
φουρτούνες του θυµού σου εµείς,
ξαφνίσµατα κι άδεια στολίδια
µιας φαύλης άµοιαστης γιορτής.

Κι εµείς οι Ακρίτες του κι οι Ακρίτες,
άθλια συρµένοι, ω τι ντροπή!
πορτοφυλάκοι ανάξιου ρήγα,
σαν απ' οχτρόν εκδικητή.

Παιδιών περίγελα και µπαίγνια!
Που είστε, ποτάµια, λαγκαδιές,
χωσιές και κούρσα και σεφέρια,
κλεισούρες, άκρες και κορφές!

Πάει κι ο στερνός ο Φάρος πάει,
φώτα και µάτια όλα σβηστά,
χύθηκε η νύχτα. Αφορισµένοι!
Πλακώνει, πλάκωσε η Τουρκιά!

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ
Μες στις παινεµένες χώρες, Χώρα
παινεµένη, θά'ρθει κι η ώρα,
και θα πέσεις, κι από σέν' απάνου η Φήµη
το στερνό το σάλπισµά της θα σαλπίσει
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση.
Πάει το ψήλος σου, το χτίσµα σου συντρίµι.
Θά' ρθει κι η ώρα· εσένα ήταν ο δρόµος
σε βοριά κι ανατολή, νοτιά και δύση,
σαν το δρόµο του ήλιου· γέρνεις· όµως
το πρωί για σε δε θα γυρίσει.

Και θα σβήσεις καθώς σβήνουνε λιβάδια
από µάισσες φυτρωµένα µε γητειές·
πιο αλαφρά του περασµού σου τα σηµάδια
κι από τις δροσοσταλαµατιές·
θα σε κλαίν' τα κλαψοπούλια στ' αχνά βράδια
και σταµνήµατα οι κλωνόγυρτες ιτιές.
Και την έκοβε του οχτρού σου την ορµή
της χυτής σου της φωτιάς το θάµα˙
και στο κάστρο σου σπρωγµέν' η Ανατολή
λυσσοµάναε µε τη Δύση αντάµα.
Και κρατούσες των αρµάτων την πληµµύρα,
κι ορθός κι άσειστος της δύναµής σου ο κάβος˙
λυγισµένοι οµπρός σου
νά κι ο Τούρκος, νά κι ο Φράγκος, νά κι ο Σλάβος.
Στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι µοίρα!
καιρούς κι αιώνες έκαιες τον οχτρό σου˙
στη χυτή σου τη φωτιά, ω! τι µοιρα!
µόνη σου θα πέσεις να καείς,
τρισαπελπισµένη της ζωής.

Και χορό τριγύρω σου θα στήσουν
µε βιολιά και µε ζουρνάδες
γύφτοι, οβραίοι, αράπηδες, πασάδες,
και τα γόνατα οι τρανοί σου θα λυγίσουν,
και θα γίνουν των ραγιάδων οι ραγιάδες
και τ' αγόρια σου τ' αγνά θα τα µολέψουν
µετ' αγκάλιασµά τους οι σουλτάνοι,
και τα λείψανά σου θα τα κλέψουν
οι ζητιάνοι.

Χώρα τρισκατάρατη, απ' τα ύψη
σε ποια βύθη, χώρα αµαρτωλή!
Και κανένας να σου δώσει δε θα σκύψει
του θανάτου το στερνό φιλί.

Και το πέσιµό σου θα βροντήξει
κι ένα µοιρολόι σου θα ουρλιάσει,
και το µοιρολόι σου θα το πνίξει
από πάνω σου αλαλάζοντας µια πλάση.

Μια καινούργια πλάση, µια γεννήτρα
θα φουντώσει απ' τα χαλάσµατά σου,
κάθε δύναµης και χάρης σου απαρνήτρα,
διαλαλήτρα µοναχά της ασκηµιάς σου.
Πλάση αταίριαστη µ' εσέ και ξένη,
κι ας την έχεις µε το γάλα σου ποτίσει˙
την πατάει τη στέρφα γη σου και διαβαίνει,
κι όπου πάτησε αναβρύζει και µια βρύση.

Κι η Ψυχή σου, ω Πολιτεία,
κολασµένη από την αµαρτία,
νεκρή αφήνοντας εσένα
θα πλανιέται κυνηγώντας άλλη γέννα.
Σάµπως νά ειναι πουληµένη σε δαιµόνους,
θα σπαράζει και θα πλέει µες στα σκοτάδια,
και ίσκιος θα είναι µέσα στ' άδεια,
µες στην άβυσσο µια βάρκα·
κι ο ίσκιος ύστερα θα παίρνει σάρκα
κι η βάρκα ύστερα θα φτάνει
σε ξεσκέπαστο ανεµόδαρτο λιµάνι.
Και θα ζεις ξανά στους τόπους και στους χρόνους
και στις ιστορίες των εθνών
και στους κύκλους των αιώνων
θα µαυρολογάς, των ξεπεσµών
ω Ψυχή, και των αδόξαστων αγώνων.
Κι η Ψυχή σου, Πολιτεία καταραµένη,
δε θα βρει ν' αναπαυτεί·
του Κακού τη σκάλα από σκαλί
σε σκαλί θα τήνε κατεβαίνει,
κι όπου πάει κι όπου σταθεί,
σε κορµί χειρότερο θα µπαίνει.

Και θα ρθει µια µέρα, µαύρη µέρα!
Και η ψυχή σου, ω Πολιτεία,
θα κατασταλάξει πέρα, πέρα
στην καµαρωµένη Γη,
στου ήλιου τη χαρά, στ' Απρίλη τον αέρα.
Και στο φως θα βγει,
και ξαφνίζοντας τον ήλιο,
σα θρεµµένο απ' το δικό σου αίµα,
ένα γέλιο, ένα παράλλαµα, ένα ψέµα,
ένα κλάµα, ένα Β Α Σ Ι Λ Ε Ι Ο.

Ο δικέφαλος αητός σου νάακριά
µακριά πέταξε µετ' άξια και µετ'άγια
και θα ισκιώσουν τα τετράπλατα φτερά
λαούς άλλους, κορφές άλλες, άλλα πλάγια.
Προς τη Δύση και προς το Βοριά
την κορώνα φέρνει, και κρατά
–και τα νύχια του είν' αρπάγια–
και τη δόξα και τη δύναµη κρατά˙
και το γέλιο, και το ψέµα το Βασίλειο
που γεννήθηκε από σένα µες στον ήλιο,
κοίτα, Θεέ! θα σέρνεται µπροστά
σα µπαλσαµωµένη κουκουβάγια.
Μ' όλα σου θα ζει τα χαµηλά,
µε καµιά σου δε θα ζει µεγαλοσύνη,
κι οι προφήτες που θα προσκυνά,
νάνοι και αρλεκίνοι.
Και σοφοί του και κριτάδες
του άδειου λόγου οι τροπαιούχοι,
καΙ διαφεντευτάδες
κυβερνήτες του οι ευνούχοι.

Και θα φύγεις κι απ' το σάπιο το κορµί,
ω Ψυχή παραδαρµένη από το κρίµα,
και δε θά' βρει το κορµί µια σπιθαµή
µες στη γη για να την κάµει µνήµα,
κι άθαφτο θαµείνει το ψοφίµι,
να το φάνε τα σκυλιά και τα ερπετά,
κι ο Καιρός µέσα στους γύρους του τη µνήµη
κάποιου σκέλεθρου πανάθλιου θα βαστά.

Όσο να σε λυπηθεί
της αγάπης ο Θεός,
και να ξηµερώσει µιαν αυγή,
και να σε καλέσει ο λυτρωµός,
ω Ψυχή παραδαρµένη από το κρίµα!
Και θ' ακούσεις τη φωνή του λυτρωτή,
θα γθυθείς της αµαρτίας το ντύµα,
και ξανά κυβερνηµένη κι αλαφρή,
θα σαλέψεις σαν τη χλόη, σαν το πουλί,
σαν τον κόρφο το γυναίκειο, σαν το κύµα,
και µην έχοντας πιο κάτου άλλο σκαλί
να κατρακυλήσεις πιο βαθιά
στου Κακού τη σκάλα,
για τ' ανέβασµα ξανά που σε καλεί
θα αιστανθείς να σου φυτρώσουν, ω χαρά!
τα φτερά,
τα φτερά τα πρωτινά σου τα µεγάλα!


ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ: http://www.blogger.com/home?pli=1

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ-ΑΓΑΠΗ (Λόγος Γ')


Mη δως γυναικί την ψυχήν σου, επιβήναι
αυτήν επί την ισχύν σου.
            Σοφία Iησού υιού Σειράχ.

Kαθάριος θα γενόμουνα σαν την αυγή
και σαν τη δροσιά, δυνατή θα γενόσουνα
σαν τον ήλιο ή σαν τη θάλασσα.
        Swinburne (O Θρίαμβος του Kαιρού).


Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής,

που μιλώντας γιγαντεύεις   5
και τους κόσμους ξεπερνάς
και τ' αστέρια σού φορούνε
μια κορώνα ξωτικιάς!

Σφίξε γύρω μου τη ζώνη
των αντρίκειω σου χεριών· 10
είμαι ο μάγος της αγάπης,
μάγισσα των αστεριών.

Mάθε με πώς να κατέχω
τα γραφτά θνητών κ' εθνών,
πώς τ' απόκρυφα των κύκλων 15
και των ουρανών·

πώς να φέρνω αναστημένους
σε καθρέφτες μαγικούς
τις πεντάμορφες του κόσμου
κι όλους τους καιρούς·    20

πώς, υπάκουους τους δαιμόνους,
τους λαούς των ξωτικών,
στους χρυσούς να δένω γύρους
των δαχτυλιδιών,

καθώς δένω και το Λόγο, 25
δαίμονα και ξωτικό,
στο χρυσό το δαχτυλίδι,
στο Pυθμό·

πώς με βούλλα σολομώντεια
να σφραγίζω και να κλειώ 30
τα μεγάλα τα τελώνια
σε γυαλί στενό,

και στη θάλασσα να ρίχνω
το γυαλί, και να γυρνά
μέσ' στην άβυσσο το ό,τι είναι 35
με την άβυσσο γενιά.

(Έτσι κι άλλο ένα τελώνιο,
έτσι και η τρανή Ψυχή
στου κορμιού φυλακισμένη
το στενό γυαλί, 40

μέσ' στη θάλασσα της Σκέψης
άθλια πεταχτή
ζη κ' εκεί σα στην πατρίδα,
σάμπως μια άβυσσο κι αυτή).

Mάθε με όλα να διαβάζω 45
τα υπερκόσμια μυστικά
στο σκολιό της αγκαλιάς σου
μέσα στα φιλιά.

Kι όλα γύρω μου τα πάντα
παντογνώστρα σε μηνάν· 50
μόνο κάτι ακόμα λείπει...
νά με! Eγώ κ' εσύ, το Παν!

Γιατί κάτι ξέρω, κάτι
να σου δώσω έχω κ' εγώ·
άδεια στέκεται μια στάμνα 55
στο βαθύ μπροστά νερό,

και θα στη γιομίσω. Ξέρω
την πανώρια μουσική·
θα τη ζήσης θεία μαζί μου
στο δικό μου το βιολί. 60

Σάρκα η μουσική θα γίνη
με την πλάστρα μας φωτιά,
κι από μας θα γεννηθούνε
τ' αψεγάδιαστα παιδιά,

που όμοια τους θα σπείρουν κι άλλα, 65
κι ό,τι γύρω τους αχνό,
άρρωστο, άσκημο, θα ρέψη
στον αφανισμό.

Tης χαράς θα λάμψη ο Nόμος
που προστάζει, βασιλιάς:     70
"φτάνει να είσαι από υγεία
κι από δύναμη· νικάς!"

Kι ο άνθρωπος μέσα στα θάμπη
της ακέριας νέας ζωής
θα είναι πάντα ή κυβερνήτης 75
ή τραγουδιστής.

Ω φωλιές! Ω αηδόνια! Πάνε
τ' άμοιαστα και τα πεζά,
πέτρα ακύλιστη σκεπάζει
πεθαμένη τη Σκλαβιά 80

Στερνοπαίδι αγάλια αγάλια
θα προβάλη και θα βγή
πλάσμα ακόμα πιο γιομάτο,
νόημα πιο βαθύ.

Kι ο A ρ χ ο ν τ ά ν θ ρ ω π ο ς θα νάβγη, 85
που η ρομφαία του κι αυτή
θα φαντάζη σαν κιθάρα
παναρμονική.

Kι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
ο ιδροκόπος δουλευτής        90
ο άπλερος που παραδέρνει
δούλος ή βασανιστής,

και ή βασανιστής ή δούλος,
αμολόητα και σκληρά
μύριους τύραννους γρικάει  95
μέσ' στα σωθικά,

κι ο άνθρωπος ο βαριομοίρης
θα υψωθή θριαμβευτής
σε μια γη πλατιά προφήτης
μιας πλατύτερης ψυχής.    100

Δε γνωρίζω από θρησκείες,
μήτε σκύβω σε θεούς,
γνωριμιά μου εσύ και πίστη!
Πήρα αράδα τους ναούς,

γύμνωσα το εικονοστάσι   105
βέβηλα και το βωμό,
λείψαν' άγια, τίμια ξύλα,
κάθε πρόσφορο ιερό,

δισκοπότηρα, λαμπάδες,
όλα τ' άγια της καρδιάς,     110
όλα στάρριξα σαν άνθια,
για να τα πατάς!

...Eίπα, κι άκουσες, και γέρνεις...
Tρισαλιά μου, ω τρισαλιά,
στο σκολιό της αγκαλιάς σου 115
μ' όλα τα φιλιά!

Περδικόστηθη Tσιγγάνα,
ω μαγεύτρα, που μιλείς
τα μεσάνυχτα προς τ' άστρα
γλώσσα προσταγής!            120

Στα μεστά στα νικηφόρα
στήθια σου ηύρα μοναχά
της γυναίκας την απάτη
και της σάρκας τη σκλαβιά,

κι αχαμνή πλανεύτρα αγάπη 125
κ' έν' αρρωστημένο φως
και το λίγωμα που λιώνει
το κορμί του καθενός.

Mέσα μου κι αν να σαλεύη
άκουα κάτι σα φτερό,           130
με τ' αντρίκεια σου τα χέρια
σύντριψες και το φτερό.

Ω που αγνάντια και μακριά μου
τα μεσάνυχτα μιλείς
προς τ' αστέρια, προς τα πάντα, 135
γλώσσα προσταγής,

κι όντας μέσ' στην αγκαλιά σου
σφιχτοκλής με ερωτική,
ω γυναίκα, εσύ σαν όλες,
ψεύτρα, σκλάβα! Ποια είσ' εσύ;... 140
(από τα Άπαντα, Γ΄, Mπίρης χ.χ.) 



ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ:  http://www.blogger.com/home?pli=1

Πέμπτη, 16 Σεπτεμβρίου 2010

Ο ΔΩΔΕΚΑΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΓΥΦΤΟΥ - ΤΟ ΠΑΝΗΓΥΡΙ ΤΗΣ ΚΑΚΑΒΑΣ (Λόγος Ζ')


Λεύτεροι στίχοι, λεύτερα µιλείτε.
         Α. ΛΑΣΚΑΡΑΤΟΣ (Στιχουργήµατα)

Εµπρός! Θέλω για πατρίδα τον απέραντο ροδοκοκκινισµένο ορίζοντα.
Ζηλεύω εγώ κι έχω για τζάκι µου µονάκριβο
µια ταξιδεύτρα του ήλιου αχτίδα.
        Μ. GUYAU (Στίχοι ενός φιλόσοφου)


Κοντά στου Ρωµανού την Πύλη
πέφτει τ' απλόχωρο λιβάδι,
τ' ολόχλωρο, τ' ολανθισµένο,
κι από παντού το απαλοζώνουν
της άνοιξης τα περιβόλια·
και στ' Απριλιού του µήνα το έβγα
το κάστρο αγνάντια το µεγάλο
το τριδιπλοθεµελιωµένο,
κι αυτό χλωρό κι ολάνθιστο είναι·
κισσοί κι αγράµπελες και δάφνες
βραγιές τα κάνουν ώς κι αυτά
τα πολεµόχαρα µουράγια
τα πυργωτά.

Βόσκουν κοπάδια στο λιβάδι,
πρόβατ', αλόγατα, γελάδια,
και κάποτε κοπάδια ανθρώπων
µαυρολογάν εκεί και βουΐζουν,
για να χυθούν ετοιµασµένα
στα µεθοκόπια ή στα σεφέρια.

Και τώρα µπήκε ο Μάης ο µήνας,
µπήκε µε την Πρωτοµαγιά του,
τη χαροκόπα θυγατέρα,
και νά στ' απλόχωρο λιβάδι,
στ' ολόχλωρο, στ' ολανθισµένο,
µεθάει και σκούζει και φρενιάζει
της γυφτουριάς το πανηγύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας.
Κι η ρεµατιά που το χωρίζει
το ένα τ' απλόχωρο λιβάδι
σε δυο αδερφάκια λιβαδάκια,
βλέπει απ' τη µια της άκρη, βλέπει
κι από την άκρη της την άλλη,
σε µια τριγύρω νεροµάνα,
γιορτή παράξενη µεγάλη
το χρόνο µια φορά,
στο έµπα του Μάη τουµήνα,
στ' άνθια του Μάη και στη χαρά.

'Ερχονται οι γύφτοι, οι γύφτοι, οι γύφτοι!
Κι έρχονται οι γύφτοι που κρατήσαν
για µια στιγµή το πλάνεµά τους,
κι αποκουµπήσαν σε καλύβια
σκεπής εκεί έναν ίσκιο νά' βρουν,
να πουν πως είναι σπιτωµένοι,
και πως χαρήκανε τη ζέστα
γλυκοφερµένη από το τζάκι
κι από την πόρτα την κλεισµένη,
και πως χαρήκαν και το δρόσος
που ανάλαφρα φυσάει και µπαίνει
απ' τ' ανοιγµένο παραθύρι·
κι ήρθαν οι γύφτοι που ξεπέσαν
κι οι αρρίζωτοι ψευτορριζώσαν,
και συγγενέψαν µε τους ξένους,
µε τους αλλόφυλους ταιριάσαν,
κι οι ξένοι δεν τους αγαπήσαν,
τους αρνηθήκαν και οι δικοί τους,
και τους µισήσανε πιο απ' όλους,
το αίµα τους, οι άλλοι οι γύφτοι,
κι ήρθαν οι καταφρονεµένοι
κι αυτών των καταφρονεµένων.
Κι είναι οι καλύβες τους πιο έρµες
κι απ' τα ρηµάδια τα καµένα,
κι εκείνοι πιο δυστυχισµένοι,
γιατί τους διώχνει και το σπίτι,
και δεν τους θέλει ούτε κι ο δρόµος·
γιατί κι η Λευτεριά η θεότη,
πόχει τη δύναµη και κάνει
και την κακία ακόµα θεία,
τους έλειψε κι η λευτεριά,
στο µολεµένο αέρα µέσα,
στις πολιτείες και στα χωριά.
Μπάσταρδοι, ψεύτες, κλέφτες, πόρνοι·
κι είναι η κακία τους χωρίς
φωτιά κι ανάστηµα κι αέρα,
για χριστιανοί, για τούρκοι, για άθεοι,
και ζουν εδώ και ζουν εκεί,
και παραδέρνουν πάντα, γύφτοι
καθιστικοί.

Και νά και οι γύφτοι, στερνολείψανα
µιας αρχοντιάς πόχει πεθάνει·
και ξεχωρίζουν απ' τον άλλο
γυµνό κουρελιασµένονε όχλο,
κι αστράφτουνε στον ήλιο οι όψες τους,
λεπίδες καλοακονισµένες,
κι από τ' αλύγιστα κορµιά τους
κάποιες µατιές, κάποια σαλέµατα
ξέρουν ακόµα να οδηγάν,
ξέρουν ακόµα και προστάζουν.
Και τα δασά χυτάµαλλιά τους
σκιάδια πλατύγυρα τα ισκιώνουν,
κι απάνω τους αεροσαλεύουν
τούφες φτερών, και τριζολάµπουν
µαλλινοµέταξα καφτάνια,
φέρµελες φλωροκαπνισµένες·
ξέχωροι απάνω στ' άλογά τους,
κι ευγενικοί και καπετάνιοι,
και σαν ταφόπετρες φαντάζουν
τα µέτωπά τους, και θαµµένα
κάτω απ' αυτές ζωές και τύχες,
νιάτα, καιροί, µεγαλοσύνες.
Και θα µπορούσες να ξανοίξεις
µε κόπο και στα πρόσωπά τους
διαλεχτό κάτι και καθάριο,
που, πριν για πάντα να βουλιάξει
στα βάθια πέλαου οργισµένου,
σπαράζει απάνου απάνου, και είναι,
στιγµή πικρότατη στερνή,
κι είναι το σπάραγµα κι ο αγώνας
για γλυτωµό που δε θα'ρθεί.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι διαβασµένοι
κι οι σκεφτικοί κι οι βυθισµένοι
στ' αξήγητου το ξήγηµα, ήρθαν,
κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι χτυπηµένοι
από την πέτρα της µελέτης,
κι οι µαντευτάδες κι οι αστρολόγοι,
κι οι γητευτές κι οι ρουχολόγοι,
κι οι ξηγητάδες των ονείρων.
Κι αυτοί που λεν, και δεν σωπαίνουν,
τα παραµύθια τα παράξενα,
τα παραµύθια τα φερµένα
κι αυτά σα µύρα και πετράδια
µέσ'απ' τις πρώτες τους πατρίδες
τις γιγαντόπλαστες που είν' όλα
άπνιχτα, ανέγγιχτα, περίσσια.
Κι εκείνοι που διηγούνται κάποιες
µαύρες θλιµµένες ιστορίες,
κι ας τις φωτίζουν φωτοκαύτες
ήλιοι παντού σκληρά χυµένοι.
Κι ήρθαν και οι γύφτοι που γνωρίζουν
των πλανητών τα κατατόπια
κι όλα τα µυστικά των άστρων,
και που µιλάνεµε τ' αστέρια,
και που θωρώντας τα µαντεύουν
ζωές, αγάπες, µοίρες, χάρους.
Κι ήρθαν οι γύφτοι όσοι µερεύουν
τα φίδιαµε τα εφτά κεφάλια
που χίλιους θάνατους σκορπίζουν·
κι ήρθαν οι γύφτοι µε τα φίδια
που τα µερεύουν και χορεύουν
και που βραχιόλια πλέκοντάς τα
σφιχταγκαλιάζονται µε κείνα.
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που διαβάζουν
µε τα σιβύλλικα τα µάτια,
τω γυναικώνε τους τα µάτια,
στα χέρια απάνου, σ' όποια χέρια,
σα σε βιβλία και σε δεφτέρια,
της Μοίρας τα κρυφά γραµµένα.
Γύφτοι σοφοί και γύφτοι µάγοι,
φτάνει να θέλανε, µπορούσαν
σε κάθε τόπο να ριζώσουν,
σε κάθε γένος να φαντάξουν,
καρδιές και γνώµες να υποτάξουν.

Δε θέλουν, τίποτε δε θέλουν,
µονάχα θέλουν να διαβαίνουν,
περήφανοι και πεισµατάρηδες,
ξένοι, γυµνοί και αφορισµένοι,
µε τα κοράκια, µε τα σύγνεφα,
και µε τους γερανούς τους περατάρηδες·
δεν είναι ανήµποροι. Είναι οι γύφτοι.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι, που τα κάµαν
σαν τη ζωή τους και τα σπίτια,
και τα θεµέλιωσαν απάνου
στ' αµάξια τους, κι αυτά κυλάνε,
και βόιδια σέρνουν τα ζεµένα,
κι απ' τους ελέφαντες κάτι έχουν
κι έχουνε κάτι απ' τα καράβια·
και καθώς πάνε και περνάνε
στενά, κακοτοπιές και ρούγες
τριζοβολάνε και βογγάνε·
και κάποτε µπροστά τα σπίτια,
και πίσω οι γύφτοι λαχανιάζουν,
και κείνα δείχνονται σα να'ναι
ιερό και µέγα κάτι τι·
σαν αϊπιτάφιοι, σαν κιβωτοί.

Νά και οι τουρκόγυφτοι, οι σκηνίτες,
η αµάλαγη, η καθάρια γέννα!
Πάντα κι από παντού διαβαίνουν,
µαύρα σπαθόφτερ' αγριοπούλια
µές στα παλάτια και µέσα στα έρµα,
κι η ασύντριφτη κρατάει ψυχή τους
άσκυφτ' ολόισο το κορµί τους,
και της ψυχής τους η αγριάδα
µέσ' απ' τα µαύρα φωτερά τους
λυσσοµανάει, κι είν' αχαµνοί
και χεροδύναµοι, απ' ατσάλι
κι από κεντρί.
Χαρά οι χιονιές, χαρά η βροχή,
και πανηγύρι το λιοπύρι·
και πιο µεγάλο πανηγύρι,
στη γυµνή γη, καθώς σε βρίσκει
γυµνόνε ο Χάρος και σε πνίγει,
κι ο θάνατος µέσα στην τέντα,
στην ανεµόδαρτη και στη σκισµένη,
καθώς χυµάει και σε µαραίνει.

Γαντζάοι, Κατσίβελλοι, Νετότσοι,
Σίντηδες, Ρόµοι, Ζαπαράδες,
κάθε όνοµα, κάθε γενιά!
Κι οι βουλγαρόγυφτοι απ' το Δούναβη,
κι οι γύφτοι απ' τη Μολδοβλαχιά,
κι από την Κύπρο κι απ' τον Καύκασο,
κι οι γύφτοι από τα Δωδεκάνησα·
κι οι µελαψοί κι οι αρκουδοτρόφοι,
κι οι ατσίγγανοιµε τις µαϊµούδες,
κι οι ζουρναχείληδες εδώ είναι
κι οι σγουροµάλληδες εδώ είναι,
κι εδώ είν' οι µπόιδες κι οι φονιάδες,
κι αυτοί που πίστη µολογάνε
κάθε λατρείας, κάθε θρησκείας,
κι είν' άπιστοι, κι είν' άθεοι, κι είναι,
ποτέ δεν είναι µε κανένα,
κι απάνου απ' όλα αδιάφοροι είναι,
και κάτου απ' όλα ξεγλιστράνε,
κι απ' όλα σέρνονται πιο κάτου.
Κι αυτοί που ζούνεµε τους λύκους
µέσα στα σπήλια και στις τρύπες,
άγριοι, µισόγυµνοι, έρµοι, πλάνοι,
κι έχουν τα χέρια τους καµάκια,
κι έχουν τα δόντια τους αρπάγια,
και θρέφονται µε κρέατα γάτων,
µε σάρκες ποντικιών και σκύλων,
κι είναι σα γύπες και σα γρύπες
κι απ' όλα ελεύτεροι, και κάποτε
κι από τα σπήλια κι απ' τις τρύπες.
Κι ήρθανε κι οι καλαθοπλέχτες,
να κι οι αλογοπραµατευτάδες·
πεταλωτήδες, ξυλοκόποι,
γύφτοι ξωµάχοι και σκαφτιάδες,
γύφτοι άνεργοι και δουλευτάδες,
κι όσοι θερίζουν το χρυσάφι,
και που ποτέ δεν το ποθήσαν,
κι όσοι αγναντεύουνε των άλλων
τα χαροκόπια και τις έγνοιες
και τα φιλιά και τις αµάχες,
και τον ιδρό του φαµελίτη
και τη ντροπή που της γυναίκας
τα δροσοµάγουλα πυρώνει,
και τον καπνό που από το τζάκι
το σπιτικό γλιστράει και φεύγει,
την αρχοντιά, τη φτώχεια και όλα·
και τίποτε δεν τους ξαφνίζει,
κι όλα σαν όνειρα τα βλέπουν,
και κάθε νύχτα στα τσαντήρια,
γυρνούν, κι ειν' ίδιοι, πάντα είν' ίδιοι.

Κι ήρθαν κι οι γύφτοι που δουλεύουν
το χάλκωµα και το καλάγι,
κι οι ατσίγγανοι οι καλοτεχνίτες,
κι οι γύφτοι οι σφυροκόποι νά τους!
µε τα πανάρχαια σύνεργά τους,
µε τα διπλά τους φυσητήρια,
γύφτοι χαλκιάδες µε τα σύνεργα
τα χίλια µύρια,
ξεσκαλιστάδες της φωτιάς,
κρατώντας την πάντ' αναµµένη
και σα να παίρνουν από κείνη
πάντα όση δύναµη τους µένει.

Κι ήρθαν κι οι πλάστες οι µεγάλοι
που είναι τα έργα τους από ήχο
κι από ρυθµό κι από όνειρο είναι,
κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι λαλητάδες·
κι ήρθαν οι γύφτοι που ξεχνάνε,
κι ώς και τη γλώσσα τους ξεχνάνε,
από τη µια στην άλλη χώρα,
και την αλλάζουνε κι εκείνη
καθώς αλλάζουν τα ραβδιά τους,
περπατητάδες, από το' να
κι απ' τ' άλλο δέντρο κόβοντάς τα,
και η γλώσσα τους ποτέ δε στέκει,
µόνο κι απ' όπου κι αν περάσουν,
λόγια από κάθε λαό κλέβουν,
και στα δικά τους τα ταιριάζουν
τα ξένα λόγια, καθώς ζέβουν
τα ζα στα κάρρα τους απάνου,
που είναι µαζώµατα και κείνα
της αρπαξιάς, κι είν' απ' ολούθε.
Κι ένα µονάχα δεν αρπάζουν,
κι ένα µονάχα δεν αλλάζουν,
κι ένα ο καρπός της αµοιριάς τους,
κι ένα της άκαρδης καρδιάς τους
το πλάσµα. Πλάσµα εσύ από ήχο,
πλάσµα ρυθµού και πλάσµα ονείρου,
εσ' είσαι η γλώσσα τους η µία
κι η ασάλευτη και ηµυστική!
Κι ήρθαν κι οι γύφτοι οι µουσικοί.

Γύφτισσες ήρθανε ντυµένες
φανταχτερά γιορτής φουστάνια,
γύφτισσες ήρθαν και κρεµάνε
χοντρά γυαλιστερά γιορντάνια,
µε κόκκινα φορέµατα ήρθαν,
µε κίτρινα µακριά µαντήλια·
ω λάγνα µάτια, ω κόρφοι, ω χείλια!
Κι ήρθαν ανθοστεφανωµένες
µ' όλα τα λούλουδα του Μάη,
κι άνθια κρατώντας και στα χέρια,
ντέλφια χτυπάνε και κουδούνια,
και κύκλους πλέκουν και χορεύουν
και τραγουδάν το Μάη το Μάη,
κι ανάµεσό τους αρχινάει,
ξεχωρισµένη από τις άλλες,
τρικυµισµένο ένα χορό,
λυγιέται, σέρνεται, πετάει,
κορίτσι δεκοχτώ χρονώ
στο µανιωµένο το χορό,
και του χορού βασίλισσα είναι,
κι άφρισµα, λάγγεµα, τρεµούλα,
η γυφτοπούλα, η µαγιοπούλα!

Κι ήρθαν οι γύφτισσες, οι γύφτισσες,
οι γύφτισσες που τραγουδάνε:
Τώρα είν' η άνοιξη κι ο Μάης,
τώρα το καλοκαίρι, τώρα
κι ο ξένος βούλεται να πάει,
στον τόπο του να πάει, και τρέχει,
νύχτα σελλώνει τ' άλογό του,
νύχτα το καλλιγώνει, βάνει,
χρυσά τα πέταλα τα βάνει,
βάνει και τα καρφιά ασηµένια.
Καταραµένοι κι εσείς γύφτοι,
που να γυρίσετε δεν έχετε
κανένα τόπο, και πατρίδα,
γύφτοι, καµιά δεν σας προσµένει,
ο Μάης ο µήνας σάς προσµένει,
ο Μάης ο ρήγας σάς καλεί,
ελάτε, γύφτοι από τη Δύση
και γύφτοι απ' την Ανατολή,
και µ' όλα του τα περιβόλια
σας κράζει ο Μάης ξεφαντωτής
στην τρίµερη και στη  µονάκριβη
γιορτή της γύφτισσας ζωής!
Κι απ' την Κακάβα πόχει µέσα της
ανάκατα τα πολυσπόρια,
πικρό, σκληρό κι αρρωστηµένο
το έρµο πιοτό και το φαΐ,
κι έχει νερό απ' τη νεροµάνα,
µέλι εσείς βγάλτε, βγάλτε γάλα,
βγάλτε ουρανόβροχο ένα µάνα,
κι ένα παλιό γερό κρασί,
ω γύφτοι, ω µάγοι και σοφοί,
που σας δουλεύουν οι δαιµόνοι
µες στα γητέµατα, στα ξόρκια,
και µες στη Σολοµωνική.
Νύχτα σελλώστε τ' άλογά σας
και καλλιγώστε τα, και πάρτε,
τ' ασήµι απ' το φεγγάρι πάρτε,
και το χρυσάφι από τ' αστέρια,
κι ελάτε πανηγυριστάδες,
οι αταίριαστοι, έρωτες και ταίρια,
τρίµερο ανάστα να χαρείτε,
και µες στ' απλόχωρο λιβάδι
πατρίδα τρίµερη να βρείτε!

*
Κι άξαφνα πρόβαλε την Τρίτη µέρα
σε χρυσοσέλλωτο άτι καβαλάρης
του Βασιλιά του Βυζαντίου µαντάτορας
Αποκρισάρης.
Ακρίτες κι ασικρίτες και σπαθάρηδες
τον τριγυρίζουν,
τα τούµπανα χτυπάν, τα βούκινα
σαλπίζουν.
Ξαφνισµ' απάντεχο, ερχοµός
αγύρευτος, κι απ' άκρη σ' άκρη
στου λιβαδιού τα πλάτια και τα µάκρη
τα κοπάδια καρφώνει ο βουβαµός.
Και µέσα στη σιωπή, κι από ένα πέτρινο
πατάρι
αγούγεται το βροντολάληµα
του Αποκρισάρη:
«Γύφτοι, ο Βασιλιάς προστάζει
ο θεοφύλαχτος· εµπρός!
Σώνει πιά το πλάνεµα σας,
κι ο παραδαρµός.

Σας προσµένει το µεγάλο Πενταδάχτυλο
κι οι κορφές του που λαµποκοπάνε,
και τα τρίσβαθα γκρεµά·
και του Μαλεβού τα πλάγια
τα κοκκινωπά.
Σας προσµένει η Λακοδαιµονιά
για να τη µεστώσετε που είν' άδεια·
τα τραχώνια είναι για σας και τα λαγκάδια·
του Μοριά η καρδιά
σπαρταράει για σε, και της αξίζεις,
Γυφτουριά!
Σύρ' εκεί και χτίσε το Γυφτόκαστρο,
το προστάζει ο βασιλιάς:
κι αναπάψου µες στον κόρφο µιας πατρίδας
και στον ίσκιο µιας φωλιάς.
Κι όταν σε τραβάει και του πολέµου
και του χαλασµού η ορµή,
αρµατώσου το σφυρί σου για το ρήγα σου
κι αποκάτω απο το νόµο µε το λάβαρο
αγωνίσου ηρώισσα κι εσύ.
Για να συνεπαίρνει σε σαν πρώτα
η γητεύτρα του βιολιού σου ακαµατιά
θα' χεις µες στις πικροδάφνες τον Ευρώτα
σα σε βύθη ενός ονείρου
λαγγεµένος ν' αργοπερπατά.
Και για τα καινούργια σου τα νιώτα
θα' χεις φυλακάτορα και σκέπη
το τετράψηλο βουνό, που µ' όλα του,
και τα πεύκα και τα χιόνια και τα βάραθρα,
µυριοµάτης λαµπροµέτωπος
θα σε κυβερνάει και θα σε βλέπει...»

Μα δεν πρόφτασε το λόγο ν' αποσώσει,
και το λόγο παίρνω εγώ·
κι απ' το ψήλος άλλης πέτρας
προς τ' αδέρφια µεγαλόστοµα µιλώ.

Μέσα µου ο θυµός είναι σαν όρνιο,
και σα θάλασσα είν' ο λογισµός·
δεν κρατιέται µέσα µου ένας κόσµος,
απ' των περασµένων τα όνειρα
κι από του µελλόµενου τα οράµατα
µεστός κόσµος µυστικός.

*

– Γύφτε λαέ, άκου σέ µε· το πρωτόσταλτο είµαι
σηµάδι από την πλάση που θα' ρθεί,
κι ύστερα κι από ποιούς καιρούς και χρόνια πόσα!
Ένας εγώ, και ζω για χίλιους.
Γύφτε λαέ, άκουσέ µε, δε σου µίλησε
προφήτης σου ποτέ σαν τη δική µου γλώσσα.

Ποιός είναι αυτός που πύργους χτίζει στον αέρα
µε τη φωνή του κράχτη και µοιράζει µας
βασιλικά τα κάστρα, κι άπρεπων ελπίδων
ίσκιους µπροστά στα µάτια µας σαλεύει;
Είµαστ' εµείς οι απάτριδοι κι οι αγιάτρευτοι·
γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων!

Είµαστ' εµείς οι αθάνατοι απολίτιστοι·
κι οι Πολιτείες ληµέρια των ακάθαρτων,
κι οι Πολιτείες ταµπούρια των κιοτήδων·
στη στρούγγα λυσσοµάνηµα και φαγωµός
λύκων, σκυλιών, προβάτων και τσοπάνηδων.
Γιούχα και πάλε γιούχα των πατρίδων!

Η µάντρα είν' ο αφίλιωτος οχτρός µας,
την πλατωσιά του κόσµου τη στενεύει,
στριγγλόχορτα φυτρώνουν και γοργόνια
βλαστοµανώντας κάτω από τον ίσκιο της·
του δολερού αναγάλλιασµα, τα µαραζώνει
τα ξεφτέρια του νου και της καρδιάς τ' αηδόνια.

Το κρίµα εκεί σκορπιός, ποτέ λιοντάρι·
και τον κακό τόνε µολεύει η µάντρα
και βρέφος ο καλός που τον ποτίζει αφιόνι·
δουλεύτε τον ξανά τον κόσµο στη φωτιά,
και τα καλά του ξανανθίστε και τα κρίµατα,
χτυπώντας τον, µε το σφυρί και µε τ' αµόνι.

Περάστε απάνω από τις µάντρες, τα µουλάρια σας
φτερώστε τα σαν τα σκουπόξυλα,όταν οι µάγισσες τα καβαλάνε·
ο κόσµος ακοµµάτιαστος και απέραντος·
όπου τελειώνουν οι στεριές,
τα πέλαγα αρχινάνε.

Όσα βουνά κι αν ανεβείτε,
απ' τις κορφές τους θ' αγναντεύτε άλλες κορφές
ψηλότερες, µιαν άλλη πλάση ξελογιάστρα·
και στη κορφή σα φτάστε την κατάψηλη,
πάλε θα καταλάβετε πως βρίσκεστε
σαν πρώτα κάτω απ' όλα τ' άστρα.

Ο Νόµος, όταν απ' τη γνώµη του σοφού
δε δίνεται σαν κάτι τι θεόσταλτο,
στραγγουλιστής και πνίχτης είναι ο νόµος·
πνοή του νόµου που τα πάντα κυβερνά,
µέσα µας είν' εµάς ο νόµος, αητοµάτης·
Νόµος εµάς, νυχτόηµερα και πάντα, ο δρόµος.

Ποιός είσαι που µας σπρώχνεις προς το κάρφωµα
που ανάξιους θα µας έκανε να πίνουµε,
καθώς τώρα τον πίνουµε, τον ήλιο;
Η κούπα µας κρατιέται πάντα ολόγιοµη·
κι αν έχουµε πατρίδα, φτάνει αυτή ώς εκεί
που φτάνει και του ήλιου το βασίλειο.

Μες στου Εφταπόταµου φυτρώσαµε
την πλάση που όλη είν' από τέρατα,
τέρατα και το φως και το σκοτάδι,
και στέκει ανάµεσό τους ο άνθρωπος
µε τη ζωή που τον πλακώνει σα βραχνάς,
µε τη ζωή, το στοιχειωµένο το λαγκάδι.

Με τους λωτούς και µε τους κύκνους µεγαλώσαµε
µε τα ζαρκάδια τρέξαµε στους κάµπους
του χιλιοποτιστή του Γάγγη,
αγάπες πλέξαµεµε τους θεόρατους
ελέφαντες, προγόνοι µας βρεθήκανε
τα φίδια και οι ουρακοτάγκοι.

Εµείς γενιά του προύντζου και του σίδερου,
σα δουλεµένοι από το χέρι του πρωτόγυφτου
πατέρα των ανθρώπων Τυµπαλκάη·
µα τήνε πότισε τη ρίζα µας
κάποιο κρυφό φαρµάκι κι αξεδιάλυτο,
κι η κατάρα µάς πήρε σαν τον Κάη.

Εµείς δε γονατίσαµε σκυφτοί
τα πόδια να φιλήσουµε του δυνατού,
σαν τα σκουλήκια που πατεί µας·
µα για ν' αντισταθεί µε το σπαθί,
βρέθηκε σαν πολύ στοχαστική,
και σαν πολύ ονειρόπλεχτη η ψυχή µας.

Μας ταπεινώσαν όλες οι ταπείνωσες·
µε την απόφαση την ήσυχη του ανέλπιδου
ρουφήσαµε όλους τους καηµούς κι όλους τους τρόµους,
στη χώρα που όλες οι ζωές σα φυτρωµένες,
φτερό την κάµαµε τη ρίζα µας, και φύγαµε
µακριά στα ολάνοιχτα προς τους µεγάλους δρόµους.

Με το γλίστρηµα φύγαµε των αγριόγατων,
και µε της νυχτερίδας το παράδαρµα,
και µε τη γληγοράδα της ακρίδας,
και µε την καταφρόνια την ασώπαστη
για τις φωλιές, τα σπίτια και τα κάστρα.
Γιούχα και πάλε γιούχα της πατρίδας.

Κι από την Ίντια προς το Ιράν περάσαµε,
κι η Ταυρίδα µάς είδε να τραβήξουµε
πεζοδρόµοι µε τους πραµατευτάδες,
και τα κορµιά µας αψηφήσανε δαρµούς
βουνών, στεππών και ρουµανιών και πόταµων,
χαλάζια και χαµψίνια και βορριάδες.

Στου Μισιριού τους άµµους πιό βαθιά
τ' αφήσαµε τα χνάρια µας, ξαφνίστηκε
της Αφρικής η Σφίγγα και µας βλέπει
σαν κάτι πιο δυσκολοµάντευτο απ' την όψη της·
από το Νείλο ώς τον Ευφράτη αστράψαµε
κι από τη Βεναρές ώς το Χαλέπι.

Κι από της Τραπεζούντας το καστέλι
της Μαυροθαλασσίτισσας απλώσαµε
κατά το Δούναβη, µας πήραν τα Μπαλκάνια,
στην Πόλη τα καράβια µάς αράξανε,
κι οι θρακιώτικοι κάµποι µας δεχτήκανε
πρώτα πρώτα, δαρµένα καραβάνια.

Κι αν µας έλεγεςΓύφτοι, θα γυρίσετε
στην πρώτη σας κοιτίδα την ξεχειλιστή
απ' τη ζωή που δίχως µετρηµό διαβαίνει
και σύνορα δεν έχει, ανάκατα όλα της,
απ' τα βουνά ώς τα χόρτα, όλα γιγάντικα,
κι όλα ένα ξαφνισµα σα να τα δένει,

η πρώτη σας πατρίδα σάς προσµένει εκεί
να σας δώσει τη δόξα την απάντεχη
πόδωκε σε σοφούς και ηρώους, ω σκηνίτες,
θρονιά µαxαραγιάδων να σας στήσει,
και να σας προσκυνήσει λωτοστέφανους
µε τους πανάγιους ασκητές και τους προφήτες

Και τότε θα σου κράζαµεΔε θέλουµε,
το πανηγύρι µη χαλάς· γιορτάζουµε
το συντριµµό των αλυσίδων,
ό,τι κι αν είναι, από διαµάντια ή από σίδερα·
οι τρανοί λυτρωµένοι είµαστ' εµείς.
Γιούχα και πάντα γιούχα των πατρίδων

Κι αν πέσαµε σε πέσιµο πρωτάκουστο
και σε γκρεµό κατρακυλίσαµε
που πιο βαθύ καµιά φυλή δεν είδε ώς τώρα,
είναι γιατί µε των καιρών το πλήρωµα
όµοια βαθύ έν' ανέβασµα µας µέλλεται
προς ύψη ουρανοφόρα.

Το γένος το µοιρόγραφτο είµαστε
που θα σκοτώσει τις πατρίδες·
του κόσµου η Μάγια, η ακριβή του Βράµα,
θα υφάνει µε τα χέρια της, χαρά
κι ανθρώπων και θεών, το έργο της,
το πιο ξαφνιστικό της θάµα.

Όλος ο κόσµος, ένας κόσµος, γύφτος,
σε δόξας θρόνο απάνω, πλάστης,
µε το σφυρί του και µε το βιολί,
της αψεγάδιαστης Ιδέας· η πλάση
σε περιβόλι του Μαγιού ένα πανηγύρι,
και µια πατρίδα η Γη.

Κι ο κόσµος θα διαλέξει κάποιον Άτλαντα
ή κάποιον Άθω να σκαλίσει απάνω του,
µεγαλοφάνταστος τεχνίτης, το άγαλµά µας·
και θ' ανατείλει στ' ουρανού τα τρίσβαθα
πρωτόφαντο άστρο ξενοχάραγο,
κι ο κόσµος θα το πει µε τ' όνοµά µας

*
Κι ακούσαν και τους δυό τους κράχτες,
τον πρώτο αδιάφορα τον είδαν,
και ξαφνιστήκαν απ' το δεύτερο
και κατι τι σα να αιστανθήκαν,
και τίποτε δεν καταλάβαν,
µονάχα αγώνας τους ταράζει,
σαν τον αγώνα, όταν ξυπνώντας,
να ξαναβρούµε πολεµάµε
κάποιο όνειρο µισοχαµένο
π' όλο το πιάνεις κι όλο φεύγει.
Και καθώς όταν παύει ο άνεµος
το δάσος να ταρακουνάει,
ξεσπάει το σύγνεφο, που πρόσµενε,
στο δάσος και το βροχοδέρνει,
έτσι όταν σώπασαν τ' αντίµαχα
τα λόγια τα ρητορεµένα,
τ' αποκρισάρη από τη µια
και τα δικά µου από την άλλη,
ξανάρχισε, άµυαλο, πολύβοο,
µες στο µαγιάτικο λιοπύρι,
το πανηγύρι της Κακάβας,
της γυφτουριάς το πανηγύρι.





ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΙΚΗ ΣΕΛΙΔΑ:  http://www.blogger.com/home?pli=1